Διαβάζοντας ένα αφιέρωμα στην ψυχεδέλεια που είχε κάνει το Mojo τον περασμένο Απρίλιο, έπεσε το μάτι μου σε πέντε-έξι γραμμές που είχε αφιερώσει ο συντάκτης στους Neighb’rhood Childr’n. Εκεί διάβασα πως το “Long Years In Space” είναι ίσως το πρώτο goth τραγούδι στον πλανήτη.
Το ομότιτλο βινύλιο το είχα πάρει πριν από καμμιά δεκαετία από έναν φίλο που έστελνε mail order. Μάλιστα, τα βινύλια τα είχε προμηθευτεί από κάποιον άλλο γνωστό του για να τα προωθήσει, άρα συγκυριακά έφτασαν στα χέρια μου. Δεν μπορώ να πω πως του είχα δώσει την πρέπουσα σημασία, τον δίσκο πρέπει να τον έχω ακούσει συνολικά 5 φορές από τότε και πάντα παγιδευόμουν από το fuzz, τι να κάνω, αδυναμίες είναι αυτές!
Χθες αποφάσισα να κρίνω αν το αρθράκι είχε δίκιο. Λοιπόν, τηρουμένων των αναλογιών (στις παραγωγές, στην κουλτούρα και στη θεματολογία) μάλλον ο συντάκτης έχει δίκιο και δεν παρασύρθηκε από υπερβολική αγάπη για τους Neighb’rhood Childr’n.
Δημιουργήθηκαν το 1967 στο Φοίνιξ σαν Navarros και στην αρχή έπαιζαν surf και r’n'b. Το σχήμα αποτελούσαν αρχικά οι Rick Bolz, George Gleim, Dyan Hoffman, John Morrison και Gary Campbell. Μετακομίζουν στο Σαν Φραντσίσκο και αλλάζουν μουσική ρότα, ενώ οι Morrison και Campbell πάνε στο Βιετνάμ. Αντικαταστάθηκαν από τους Ron Raschdorf και W.A. Farrens και τελικά άλλαξαν το όνομά τους σε Neighb’rhood Childr’n. Τον μοναδικό δίσκο της καριέρας τους τον κυκλοφόρησαν το 1968 από την Acta.
Αν και φέρνουν πολύ στο στυλ των Jefferson Airplane, είχαν ένα μοναδικό ήχο αρκετά επίσης εμπλουτισμένο από το φολκ. Δεν γνωρίζω τι τους συνέβη και το γύρισαν στο θρησκευτικό ροκ και άλλαξαν το όνομά τους σε White Horse, αλλά τελικά μάλλον καλά έκαναν αφού δεν βρήκαν εταιρία για να υπογράψουν και διαλύθηκαν.
Oι TV Ghost είναι ένα συγκρότημα από την Ιντιάνα, οι οποίοι κυκλοφόρησαν το πρώτο ολοκληρομένο άλμπουμ τους φέτος τον Αυγουστο και έχει τίτλο “Cold Fish”.
Πρίν απ αυτό, είχαν κυκλοφορήσει ένα 7” σιγκλ και ένα maxi.
Ο λόγος για τον οποίον ποστάρω το βίντεάκι τους είναι απλός:
Η εμφάνισή τους αυτή, έγινε στις 30 Οκτωβρίου φέτος και πιστεύω πως καλό είναι να βλέπουμε κάποια πράγματα όσο πιο σύντομα γίνεται.
Ηχητικά, έχουν κάτι από τους Birthday Party με λίγο garage…
Προσπαθώντας τις προάλλες να βρώ βιντεάκια των xtc, έπεσα πάνω σε ένα της εκπομπής Revolver την οποία παρουσίαζε, απο τον Μάιο ως τον Σεπτέμβριο του 1978, ο μεγαλύτερος “αναρχικός” Αγγλος κωμικός, Peter Cook. (Ειχα φιλοξενήσει πολλά πανκ σχήματα στην εκπομπή του).
O Cook έπαιξε πολύ μεγάλο ρόλο στην διαμόρφωση της Αγγλικής κωμωδίας και επηρέασε με το στυλ του πολλούς άλλους, ανάμεσα τους και οι Monty Python.
Μου θύμισε λοιπόν την φοβερή κωμωδία “Bedazzled”, του 1967, στην οποία πρωταγωνίστησε μαζί με τον κωμικό και jazz μουσικό, Dudley Moore (μαζί έγραψαν και το σενάριο).
Το “Bedazzled” ξαναγυρίστηκε το 2000 με τους Brendan Fraser και Liz Hurley αλλά ειλικρινά προτιμώ την πρώτη εκδοχή της ταινίας.
Η ταινία παρωδούσε το “Φάουστ”, με τον Stanley Moon (Dudley Moore) να είναι τόσο ερωτευμένος με μία κοπέλα ώστε να φτάσει στο σημείο να πουλήσει την ψυχή του στον Διάβολο ή George (Peter Cook) αρκεί να ζήσει μαζί της ευτυχισμένος.
Ο Διάβολος του υπόσχεται να πραγματοποιήσει την επιθυμία του κι αν δεν μείνει ικανοποιημένος μπορεί να κάνει ένα απλό «πρρρρ» με την γλώσσα του και να δοκιμάσουν κάτι άλλο.
Αδικα όμως ο ρομαντικός Stanley προσπαθεί ξανά και ξανά…
Ο Διάβολος βρίσκεται πάντα εκεί, κάνοντας κάτι εντελώς αναπάντεχο που όμως κερδίζει την καρδιά της κοπέλας σε αντίθεση με τον Stanley…
Η πιο αστεία “επιθυμία” του Stanley ήταν αυτή οπου ζήτησε να βρίσκονται εκείνος και η κοπέλα σε ένα μέρος ειρηνικό και γαλήνιο, με πουλάκια να τιτιβίζουν, χωρίς να παίζουν ρόλο τα λεφτά, χωρίς να υπάρχει γύρω τους μίσος και εκείνη να είναι παράφορα ερωτευμένη μαζί του.
Με μια τόσο ολοκληρωμένη ευχή, ο Διάβολος τους έκανε λοιπόν και τους δύο καλόγριες…
Επέλεξα αυτά τα δύο βιντεάκια γιατί αποτελούν μέρος μιάς ακόμα επιθυμίας του Stanley.
Ηθελε να γίνει διασήμος, πλούσιος, με πολλές γυναίκες γύρω του αλλά εκείνη να τον θαυμάζει και να είναι παράφορα ερωτευμένη μαζί του.
Ετσι κι ο Διάβολος τον έκανε Pop Star.
Ελα όμως που ο Σατανάς είχε τον τελευταίο λόγο ….
Δείτε την όπου κι αν μπορέσετε…
Α ναί, η κοπέλα με την οποία ο Stanley ειναι ερωτευμένος, είναι η Eleanor Bron και…απ το όνομά της εμπνεύστηκαν οι Beatles το Eleanor Rigby(έπαιζε στο Help…)
Oι False Prophets από την Νέα Υόρκη δεν νομίζω πως έγιναν ποτέ πολύ γνωστοί στην Ελλάδα.
Δεν θυμάμαι πως απέκτησα το πρώτο τους άλμπουμ που είχε κυκλοφορήσει το 1986 στην Alternative Tentacles αλλά για κάποιον λόγο, μου είχε κολήσει ένα τραγούδι τους με τίτλο “Taxidermist”.
Το συγκρότημα είχε στα φωνητικά μια περίεργη φιγούρα, τον ποιητή Stephan Ielpi και έπαιζαν hardcore punk αλλά μερικές φορές είχαν και στοιχεία funk.
Τα υπόλοιπα μέλη ήταν οι George Tabb και Debra Adele στις κιθάρες, Steve Wishnia στο μπάσο και Ned Brewster στα τύμπανα και αυτός που φάνηκε να είναι ο μεγαλύτερος οπαδός τους εκείνη την εποχή, ήταν ο Jello Biafra.
Έναν χρόνο αργότερα, κυκλοφόρησαν και δεύτερο άλμπουμ με τίτλο “Impolsion” (το πρώτο είχε το ονομά τους για τίτλο, με παραγωγό τον ηχολήπτη των Ramones, Jorge Esteban και καλεσμένο τον Gordon Gano.
Μετά από συνεχείς εμφανίσεις σε Καναδά (με την βοήθεια των DOA) και Αμερική, οι False Prophets έφτασαν για συναυλίες το 1989 και στην Ευρώπη όπου έπαιξαν σε καταλήψεις και κλάμπ τής Ιταλίας και της Νορβηγίας.
Το συγκρότημα, όντας έντονα πολιτικοποιημένο, έγινα αμέσως μέρος της αντιφασιστικής σκηνής και έφτασαν να κάνουν παράνομα κάποιες συναυλίες στο Ανατολικό Βερολίνο, την Πολωνία και την Γιουγκοσλαβία.
Το 1991 κυκλοφόρησε το άλμπουμ “Invisible People” και το συγκρότημα εντάχθηκε σε ακτιβιστικές ομάδες όπως οι Rock Against Racism, Refuse And Resist, Rock for Choice, ALMS (Artists for Limiting Military Spending) μέχρι το 1993 οπότε και διαλύθηκε…
Το 2000 η Alternative Tentacles κυκλοφόρησε ένα CD με τίτλο “Blind Roaches and Fat Vultures: Phantasmagorical Beasts of The Reagan Era” με 21 τραγούδια τους, demo κλπ από την εποχή του πρώτου τους άλμπουμ.
Για να λέμε την αλήθεια δεν ήμουν οπαδός ολόκληρης της δουλειάς των XTC.
Κάποια στιγμή είχα φάει κόλλημα με το πρώτο τους άλμπουμ, το “White Music” του 1978 και είχα πάει στο δισκάδικο της γειτονιάς για να μου το γράψουν σε κασέτα.
(Ετσι γινόταν τότε…)
Το τραγούδι που μου άρεσε πολύ, ήταν αυτό που άνοιγε το άλμπουμ και λεγότανε “Radios in Motion“.
To υπόλοιπο άλμπουμ ήταν περίεργο, ευδιάθετο και ενδιαφέρον αλλα το έβρισκα ποπ (μην γελάς εσύ) και το άκουγα για να καταλάβω αν μου αρέσει ή όχι.
Λίγο αργότερα ήρθε ένας φίλος από την Αγγλία με ένα σιγκλάκι τους το οποίο ήταν ποπ αλλά μου άρεσε (σταμάτα να χαμογελάς μωρε, εσύ, ξέρεις ποιος είσαι…ο πρώην γείτονας τού Andy Partridge…).
Το “Life Begins At The Hop” μού άρεσε λοιπόν…το παραδέχομαι !
Το ρεφρέν ήταν?
Η κιθάρα του ήταν ?
Δεν ξέρω…
Πάντως όταν άρχισα να γραφω αυτό εδώ το κείμενο, αυτό το τραγούδι είχα στο μυαλό μου.
Οι XTC επηρέασαν αρκετά ξένα και Ελληνικά συγκροτήματα της δεκαετίας του ’80 και άρεσαν σε αρκετό κόσμο στην χώρα μας.
Αλλά, όσο κι αν κάποιοι θα αρχίσουν τώρα να απαριθμούν τραγούδια, η τελευταία φορά που μού τράβηξαν την προσοχή, ήταν με το άλμπουμ “Drums and Wires” και συγκεκριμένα με το τραγούδι “Making Plans for Nigel“.
Το βρήκα εμπνευσμένο και εδώ υπάρχει ένα περίεργο πράγμα: και τα δύο τραγούδια είναι συνθέσεις τού μπασσίστα τού συγκροτήματος, Colin Moulding.
Με τα χρόνια, οι Partridge και Moulding “κατάφεραν” να απομακρύνουν τα υπόλοιπα άτομα από το γκρουπ.
Απ’ ότι κατάλαβα, κυρίως ο Partridge το κατόρθωσε μιάς και ο Moulding έπαψε να ασχολείται ή να ακούει μουσική κάπου στις αρχές της δεκαετίας που διανύουμε…
Τα υπόλοιπα μέλη, έκαναν διάφορα πράγματα:
Ο πληκτράς του συγκροτήματος, Barry Andrews, αρχικά προσχώρησε στο εφήμερο συγκρότημα του Robert Fripp που άκουγε στο όνομα League of Gentlemen.
(Εκεί έπαιζε μπάσσο η Sara Lee (αργότερα αντικατέστησε τον Dave Allen στους Gang of Four, έπαιξε με τους Thompson Twins, τους B-52’s στο “Cosmic Thing”, τις Indigo Girls, την Joan Osborne, τον Ryuichi Sakamoto και την Fiona Apple).
Από τους League of Gentlemen, έχω το ομότιτλο και μοναδικό νομίζω studio άλμπουμ τους, στο οποίο θα μπορούσα να πώ ότι ο Fripp πειραματίζεται με το new wave.
Fripp είναι αυτός, κάποια πράγματα δεν εξηγούνται εύκολα…
Ο Barry Andrews μετά την σύντομη ύπαρξη των League of Gentlemen, δημιούργησε μαζί με τον Dave Allen (των Gang of Four) τους Shriekback, ενώ έχει συνεργαστεί και με τους Brian Eno, Iggy Pop, David Bowie και Glen Matlock.
Ο γιός του, είναι ο τραγουδιστής των Veils.
Toν Andrews αντικατέστησε στους XTC ο κιθαρίστας και πληκτράς, Dave Gregory.
Όταν ο Gregory έφυγε το 1999 από το συγκρότημα, συνεργάστηκε με τους Peter Gabriel, Marc Almond, Johnny Hates Jazz, Jason Donovan, Porcupine Tree και άλλους.
Όταν o Terry Chambers, ο ντράμερ των XTC αποχώρησε από το συγκρότημα το 1983, τον αντικατέστησαν διάφοροι: Ο Peter Phipps ο οποίος έπαιξε με τους πάντες…(τι να λέμε τώρα) ο Prairie Prince των Tubes (μαζί με πρώην μέλη των Santana δημιούργησε τους Journey), ο Dave Mattacks των Fairport Convention (έπαιξε κι αυτός με τους πάντες, από Elton John και Paul McCartney μέχρι…) ο Pat Mastelotto των King Crimson, δημιούργησε τους Mr. Mister και ακόμα παίζει με Terry Bozzio, Tony Levin και ότι άλλο βάλει ο νούς σου.
Το “Metal Box” έκανε εκείνη την εποχή 1800 δραχμές.
Ηταν για εμένα ένα τεράστιο ποσό και το χειρότερο από όλα ήταν πως το Jazz Rock στην Ομήρου είχε μόνο 3 αντίτυπα και πολλούς πελάτες.
Πουθενά αλλού δεν το βρήκα στην Αθήνα.
Δεν θυμάμαι πόσο είχε τότε ο μονός δίσκος…νομίζω 450 δραχμές ?
Κάτι τέτοιο…
Καλά, υπήρχε και ο Πολύδωρος που πουλούσε δίσκους με 90 δραχμές, αλλά το “Metal Box” ήταν φρέσκο πράγμα κι ο Πολύδωρος πούλαγε αρχαιότητες…
Ουσιαστικά αυτό ήταν το δεύτερο άλμπουμ του συγκροτήματος του John Lydon πού άκουγε στο όνομα Public Image Ltd.
O πρώτος που είχε παίξει κάτι απ’ αυτό, ήταν ο Γιάννης Πετρίδης στην εκπομπή του.
Ετσι υπολόγισα ότι ενας από τους υποψήφιους αγοραστές είχε βγεί απ την μέση.
Τον είχε…
Το τραγούδι που είχε παίξει βέβαια, ήταν το σιγκλ “Death Disco” (στο άλμπουμ έχει τίτλο “Swan Lake”) και να μην ξεχνάμε ότι την εποχή εκείνη , ’79-’80, οι “μουσικόφιλοι’, οι “μουσικοκριτικοί” των περιοδικών και όλοι αυτοί που έπαιρναν τσάμπα δισκάκια από τις εταιρίες, (ή δούλευαν σε αυτές) έλεγαν “ωχ, έβγαλε ο άσχετος δίσκο πάλι, θάψτε τον…”…o “άμπαλος”, ο “άμουσος” κλπ.
Απαξ και δεν ήταν Peter Hammill, ότι και να έβγαινε ήταν για τα σκουπίδια.
H Ελλάς, βρισκόταν ακόμα σε άλλη εποχή.
Εδώ ανακαλύπταμε ακόμα το Woodstock και τίποτε άλλο δεν ειχε γίνει μετά το 1974.
Και για του λόγου το αληθές, θα σκανάρω Ελληνική rock εγκυκλοπαίδεια του 1979 που δεν γράφει ούτε περισπωμένη για punk συγκρότημα στις σελίδες της.
Ο “άμπαλος” όμως, που δεν ζούσε στην Ελλάδα, άλλαξε την πορεία της μουσικής βιομηχανίας με το προηγούμενο συγκρότημά του και να που τώρα έκανε αυτόν τον τριπλό 12” δίσκο με δυό άλλους “άσχετους”:
Ο ένας “άμουσος”, ήταν ο dub μπασσίστας Jah Wobble (έβαλε φωτιά στον Karl Burns που βλέπετε στο βίντεο του “Death Disco” όταν έπαιζε τύμπανα με τους Fall) o οποίος αργότερα θα ασχοληθεί με την world μουσική και θα συνεργαστεί με διάφορους, ανάμεσα στους οποίους συγκαταλέγονται και η Dolores O’Riordan καθώς και οι Holger Czukay και Jaki Liebezeit από τους Can.
Ο άλλος “ασχετος” ήταν το πρώην μέλος των Clash και των Flowers of Romance, Keith Levene.
Ετούτος εδώ κυκλοφόρησε αρκετούς προσωπικούς δίσκους μετα την αποχώρησή του από τους PIL αλλά παρέμεινε η μεγαλύτερη επιρροή στο παίξιμο του Edge των U2.
Επειδή δεν ήξερε…
Μιάς και ανέφερα τους ακατανόμαστους U2 (για εμένα υπήρχε αυτό το συγκρότημα μέχρι το “Joshua Tree”) θυμάμαι ένα βράδυ που ήρθε ενας πάνκης φίλος και ρώτησε εμένα κι έναν άλλον που είχαμε πωρωθεί με το “Boy” και το “October” :
“Τι το ακούτε αυτό το συγκρότημα ? Ποιος θα τους θυμάται μεθαύριο ?”
Λίγο αργότερα, ο μάνατζερ των U2 μπήκε στο pub που πίνανε μπύρες και αναρωτιόντουσαν τι τύχη άραγε θα έχει το “War”, το νέο τους άλμπουμ και τους είπε πως δεν θα χρειαστεί να ξαναδουλέψουν ποτέ στη ζωή τους…
Ού ντούε, που λένε και οι Ιταλοί…
Ηταν ωραίες εποχές εκείνες.
Θυμάμαι όταν έπαιξαν οι Public Image για πρώτη φορα μπροστά στο αμερικάνικο κοινό, η συναυλία καθυστέρησε να αρχίσει γύρω στις 3 ώρες.
Όταν μετά από αρκετό γιούχα και βρισίδι , οι μουσικοί βγήκαν στην σκηνή, άρχισαν να παίζουν πίσω από μία οθόνη, με τον Lydon να παρακινεί το κοινό να ανέβει και να την σκίσει για να τους βλέπουν.
Όπως και έγινε…
Καρέκλες, αναπτήρες, ξύλο (με την καλή ένοια…)
Αλλά γενικά το γκρούπ είχε μια επιθετική διάθεση (είπαμε για τον Jah Wobble και την πλακίτσα…) ίσως ορμώμενο από την ατμόσφαιρα των Sex Pistols.
Κάτι που έδωσε κιόλας στους PIL τον τίτλο του πρώτου post-punk συγκροτήματος.
Εδώ, ενοχλημένοι από τις ερωτήσεις που τους κάνουν, τα παρατάνε και φεύγουν.
Εκείνη την εποχή ο Lydon βαριόταν αφόρητα τις συνεντεύξεις (κάτι που σήμερα δεν είναι τόσο εμφανές… μέχρι και δική του εκπομπή είχε.)
Αυτό που καταλάβαινε αμέσως ο ακροατής, ήταν η παντελής αδιαφορία τους προς το r’n’r και γι αυτό ίσως ο ήχος του Jah Wobble κυριαρχεί στον δίσκο αυτόν.
Μάλιστα ο Wobble αργότερα συνέχισε το ηχητικό μονοπάτι που διάλεξε και χρησιμοποίησε στοιχεία από τους Public Image (τα υπόλοιπα μέλη τον κατηγόρησαν γι αυτό…)
Αλλά ο Lydon τότε, είχε απορρίψει εντελώς το παρελθόν του με τους Sex Pistols και είχε πάρει τον δικό του δρόμο..
Το “Metal Box” λοιπόν, κυκλοφόρησε σε 60.000 αντίτυπα σε μεταλλικό κουτί για φιλμ 16 mm το 1979 και επανεκδόθηκε το 1980 σε gatefold με τον τίτλο “Second Edition”.
Εγώ κατάφερα να “δανειστώ” τα λεφτά (καταλαβαίνεις τώρα…) για να το πάρω στην μεταλλική συσκευασία η οποία είχε μέσα απλά ένα μικρό χαρτι με τους τιτλους των τραγουδιών. (Στην δεκαετία του ‘80 πολλοί καλλιτέχνες θα κυκλοφορούσαν σε μεταλλική συσκευασία δουλειές τους…μέχρι και ο Prince).
Σε πείσμα των Ελλήνων μουσικοκριτικών της εποχής εκείνης, σήμερα θεωρείται δίσκος ορόσημο για το post-punk και την πειραματική μουσική ενώ το Rolling Stone το συγκαταλέγει στους 500 καλύτερους δίσκους όλων των εποχών.
Κι επειδή κάποια πράγματα δεν αλλάζουν και τα μυαλά παραμένουν τα ίδια, ένας μουσικοκριτικός μου είπε πέρυσι όταν του είπα πως θα πάω να δω τους Sex Pistols: “Τι να δείς απ’αυτούς μωρε ? Αυτοί δηλώσανε ότι ούτε πρόβες δεν εχουν κάνει…ένα κωλοσυγκρότημα ήταν που δεν προσέφερε τίποτε στην μουσική”.
Είχα πάρει μια συνέντευξη πριν απο κάτι μήνες, από τον Bαλέριο Καλοκαιρινό, Ελληνο/Αυστραλό μουσικό από το Σίδνευ, εδώ.
Ο Βαλέριος έχει μεγάλη ιστορία στο Αυστραλέζικο post-punk και βρίσκεται στην Ευρώπη αυτή την εποχή με το νέο τους σχήμα, του This Gentle Flow, για κάποιες εμφανίσεις.
Την Παρασκευή 23 Οκτωβρίου όμως, θα παρουσιαστούν για ένα ακουστικό σετ στο Τέξας κλάμπ (Ιπποκράτους 56 – Αθήνα) .
Η είσοδος έχει 3 euro, εάν κάποιος σκέφτηκε πως θα είναι ακριβά…
Ο Βαλέριος έχει περάσει από τις συνθέσεις των συγκροτημάτων Ikon, Meridian, Lemon Avenue, Recur, The Unsaid και The Deep Fix.
Πριν από τους This Gentle Flow θα εμφανιστούν οι έλληνες Dilemma.
Οι Γερμανοί είχαν πάντα μια τάση προς το progressive και αυτό που κάνει ή μάλλον έκανε αυτόν τον δίσκο να ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους της χώρας του , είναι η φωνή της Hagen.
Ασχετα με το ότι η εκείνη έγινε για ένα χρονικό διάστημα κολλητή των Slits και μεγάλη θαυμάστρια του Rotten, στο άλμπουμ αυτό…όλοι οι άλλοι έχουν το prog-rock στο αίμα τους.
Kαί είναι στο αίμα τους γιατί οι κύριοι Bernhard “Potsch” Potschka – κιθάρα, φωνή, Herwig Mitteregger – τύμπανα, φωνή, Manfred “Manne” Praeker-μπάσσο, φωνή και Reinhold Heil – πλήκτρα,φωνή ήταν μαζί από το 1972 ως το 1977 στο απόλυτα πολιτικοποιημένο συγκρότημα Lok Kreuzberg.
Όταν διέλυσαν τους Lok Kreuzberg, αποφάσισαν να πάρουν για τραγουδίστρια μια νεαρή ανατολικογερμανίδα και να πάνε για άλλα…
Στο Nina Hagen Band, η Hagen δεν είναι αυτή που γνώρισε το ευρύ κοινό στην δεκαετία του ‘80, με τις χορευτικές μπούρδες και τις συνταγές για τα χορευτικά κλάμπ.
Στην Ελλάδα, ίσα που προλάβαμε να δούμε λίγο από την παλιά Nina (και πολύ από την επόμενη…) στο Rock In Athens του 1985.
Αλλά η Hagen του 1985 είχε πολλές διαφορές από εκείνην του 1978.
Εδώ, πολύ αργότερα, ερμηνεύει ζωντανά ένα από τα τραγούδια του πρώτου της αυτού δίσκου.
Είναι το “White Punks on Dope” των Tubes διασκευασμένος αλλά και με αλλαγμένους στίχους στα Γερμανικά.
Αυτό ήταν και το τραγούδι που άνοιγε το άλμπουμ.
Αλλά πάνω απ όλα, η Hagen ήταν μια μεγάλη φωνή.
Μια γυναίκα που παρωδούσε την όπερα γιατι μπορούσε να το κάνει.
Είχε την φωνή, την έκταση και το μυαλό να δίνει μια άλλου επιπέδου αξία στην παρωδία της και να πατά με το ένα πόδι στο punk-rock και το άλλο στην όπερα.
Για όσους διαφωνούν για τις ικανότητες της (που, σαφώς με την πάροδο των χρόνων άλλαξαν – τα τσιγάρα, τα ποτά και τα ξενύχτια κλπ…), εδώ είναι η 24χρονη τότε Hagen που τραγουδά ζωντανά το “Naturträne”.
Ο πρώτος αυτός δίσκος της, έχει σαν αποτέλεσμα να ακούγεται φρέσκος ακόμα και σήμερα, άσχετα με το ότι κυκλοφόρησε το 1978.
Το 1979 οι Nina Hagen Band κυκλοφόρησαν το δεύτερο και τελευταίο με αυτό το όνομα, άλμπουμ τους, με τίτλο “Unbehagen”.
O δίσκος άνοιγε με μία ρέγγε έκπληξη.
Στο “Unbehagen” το συγκρότημα προσθέτει αρκετά ηλεκτρονικά στοιχεία στην μουσική του και η Hagen αρχίζει να μεταμορφώνεται σιγα-σιγά.
Το άλμπουμ περιέχει και μια διασκευή του “Lucky Number” της Lene Lovich με την οποία η Hagen είχε πολύ φιλικές σχέσεις από την εποχή του “Cha Cha”.
Μάλιστα οι δυό τους κυκλοφόρησαν κι ένα ακόμα single μαζί.
Εδώ υπάρχει κι ένα τραγούδι που αναφέρεται στον Herman Brood και η Hagen του τα “χώνει” κανονικά με punk αλλά και ρέγγε διαθέσεις.
Κάπου εδώ τελείωσε όμως και η εποχή των Nina Hagen Band.
Η Nina ακολούθησε σόλο πορεία, ενώ οι υπόλοιποι κύριοι του συγκροτήματος δημιούργησαν το 1983 το συγκρότημα Splif και κυκλοφόρησαν 3-4 δίσκους ως το 1985 οπότε και στράφηκαν σε σόλο καρριέρες ή έκαναν την παραγωγή άλλων καλλιτεχνών (βλέπε Nena ας πούμε…).
Από αυτούς, ο Bernhard Potschka κυκλοφόρησε τρία άλμπουμς μέχρι το 2008, αλλά…σε πιο new age καταστάσεις.
Χθες παρακολούθησα μια ταινία με τον τίτλο : 12. Πρόκειται για μια ταινία, ρωσικής παραγωγής από τον Nikita Mikhalkov που εκτός από την σκηνοθεσία υπογράφει και το σενάριο, επίσης παίζει έναν μικρό ρόλο αλλά πάρα πολύ χαρακτηριστικό.
Η υπόθεση της ταινίας έχει να κάνει με 12 ένορκοι ρωσικού δικαστηρίου προσπαθούν να βγάλουν μια απόφαση «αθώος ή ένοχος», για έναν νεαρό Τσετσένο που κατηγορείται μάλλον άδικα, ότι σκότωσε τον Ρώσο πατριό του. Μέσα σε μια σάλα σχολικού γυμναστηρίου (λόγω έργων στο δικαστικό μέγαρο, δεν χρησιμοποιείται η αίθουσα σύσκεψης των ενόρκων), ένας μόνο από τους 12 άνδρες πιστεύει αρχικά στην αθωότητα του παιδιού. Μέσα από τις συζητήσεις που ακολουθούν, η όλη διαδικασία οδηγεί σταδιακά σε μια απόλυτη ανατροπή.
Η ταινία ας πούμε, «δανείζεται» την κεντρική ιδέα του σεναρίου της ταινίας του Sidney Lumet , «12 Angry Men» .
Αλλά μεχρι εκεί, ο σκηνοθέτης αρχίζει και ξετυλίγει το κουβάρι της Ρώσικης σημερινής κοινωνίας, το πώς λειτουργεί η δικαιοσύνη σε μια χώρα που ακόμα έχει κατάλοιπα της κακής διαχείρισης της κομουνιστικής ιδεολογίας.
Πως λειτουργούν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Για όλα φταίνε οι ξένοι, οι ναρκομανείς, και κάθε ομάδα ανθρώπων που την έχουν βάλει στο περιθώριο, γενικά για όλα φταίνε πάντα οι άλλοι, ποτέ εμείς.
Αρχίζουμε να γνωρίζουμε τους 12 ενόρκους σαν προσωπικότητες μέσα από τα βιώματα τους, τα οποία τους οδηγούν , μαζί με τα στοιχεία από την ακροαματική διαδικασία στην απόφαση τους.
Υπάρχουν δυνατοί θεατρικοί μονόλογοι, που σε κάνουν κάποια στιγμή να μην σκέφτεσαι αν είναι αθώος ή ένοχος ο κατηγορούμενος, αλλά να έχεις στρέψει την προσοχή σου στις 12 ζωές που βρίσκονται μέσα στην αίθουσα.
Η ταινία έρχεται με μια υποψηφιότητα για Οσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας(2008), Στο Διεθνές φεστιβαλ κινηματογράφου του Karlovy Vary (2007) το βραβείο κοινού, στα βραβεία Nika για την μουσική της ταινίας και για την καλύτερη ανδρική ερμηνεία στον Sergey Garmash, και τελος το Χρυσό Λιοντάρι στο Φεστιβάλ της Βενετίας το 2007.
Ένα πράγμα που δεν συνηθίζω να κάνω, είναι να κρατάω τα εισητήρια από τις συναυλίες που πηγαίνω.
Ετσι δεν μπορώ τωρα να θυμηθώ πότε ακριβώς είδα τον Herman Brood ζωντανά στο Ρόδον.
Πρέπει να ήταν το 1990 ? 1991 ?…κάπου εκεί τέλος πάντων.
Εκανε μία καταπληκτική εμφάνιση με τους Wild Romance, παίζοντας ασταμάτητα για περίπου 2 ώρες.
Κι όταν λέω ασταμάτητα, κυριολεκτώ.
Όταν τα τραγούδια τελείωναν, εκείνος συνέχιζε να παίζει με τα μάτια κλειστά το ηλεκτρικό του πιάνο, με χοντρές σταγόνες ιδρώτα να πέφτουν από το πρόσωπό του πάνω στα πλήκτρα.
Είναι κάτι που δεν θα το ξεχάσω ποτέ.
Είχα ζηλέψει μάλιστα έναν φίλο μου που του είχε ανοίξει με το συγκρότημά του μια συναυλία του Brood στην Γερμανία και μετά πήγαν όλοι μαζί και είδαν τον ποδοσφαιρικό αγώνα Ολλανδίας-Δυτ. Γερμανίας στο σπίτι του φίλου…
Όταν το 2001 πήδηξε από το παράθυρο του ξενοδοχείου του στο Αμστερνταμ, δεν έσβυσε μόνο το μεγαλύτερο Ολλανδικό ροκ αστέρι, αλλά και ένας ακόμα μουσικός ήρωας που γενικότερα τον κατέβαλαν οι καταχρήσεις…
Είναι παράξενο το πώς οι καταχρήσεις αυτές έπαιξαν ρόλο στην ζωή του Brood.
Η μεγάλη επιτυχία που γνώρισε το 1978 με το τραγούδι του “Saturday Night” προερχόταν από το δεύτερο άλμπουμ του, με τίτλο “Shpritsz”, μια παράφραση της λέξης «σύριγγα».
Το άλμπουμ έφτασε μέχρι το νούμερο 35 του Αμερικάνικου Bilboard και ο Brood με την μπάντα του, τους Wild Romance έκανε στην Αμερική περιοδεία με τους Kinks, τους Cars, και τους Foreigner.
Στην Ελλάδα πάντως τον μάθαμε από την σοκαριστική ανοιχτή ομολογία του στην Ολλανδική τηλεόραση πως είναι χρήστης…
(Όταν λέω τον μάθαμε, εννοώ όσοι ακούγαμε ξένη μουσική…)
Γι αυτό μάλιστα έγραψε και το τραγούδι του “Dope Sucks”.
Η ερωτική του σχέση με την Nina Hagen ήταν μια άλλη περιπέτεια.
Μαζί με την φίλη τους, Lene Lovich, που κι εκείνη επαιξε στην Ελλάδα ζωντανά κάπου στις αρχές του ’80, πρωταγωνίστησαν τον Δεκέμβρη του 1979 στην ταινία “Cha Cha” της οποίας το soundtrack κυκλοφόρησε και στην χώρα μας.
Εδώ ένα τραγούδι που δεν συμπεριλήφθηκε στο άλμπουμ (πρέπει να ξανατσεκάρω τον δίσκο…).
Η σχέση του με την Nina Hagen…δεν ξέρω αν πήγε καλά.
Η Nina όταν κυκλοφόρησε το άλμπουμ της “Unbehagen”του έσουρε τα εξ αμάξης στους στίχους τού τραγουδιού της “Hermann hiess er” για το κόλλημά του με τα ναρκωτικά…
Αν και η επιτυχία του άρχισε να παίρνει τον κατήφορο έξω από την Ολλανδία, το “Cha Cha” έγινε πλατινένιο στην πατρίδα του.
Ο ίδιος στράφηκε προς την ζωγραφική ενώ συνέχισε να κυκλοφορεί ένα άλμπουμ σχεδόν κάθε χρόνο.
Με την Hagen ξανασυναντήθηκε το 1994, ενώ εκείνη έπαιξε ζωντανά στην γιορτή των 50στών γενεθλίων του το 1996 που έγιναν στο Paradiso του Αμστερνταμ.
Η τρίτη της παρέας του “Cha Cha”, η Lene Lovitch, είχε την δική της ξεχωριστή ιστορία.
Αρχικά, έγραψε μαζί με τον Γάλλο Cerrone, ένα από τα πιο κλασσικά disco τραγούδια της δεκαετίας του ’70, το “Supernature”.
Κι όμως, όσο κουφό κι αν ακούγεται, ετσι είναι.
Το τραγούδι πούλησε το 1977, 8 εκατομμύρια δίσκους προβάλλοντας για πρώτη φορά μέσα από τους στίχους, το ενδιαφέρον της Lovich για τα ζώα (αργότερα το κυκλοφόρησε και μόνη της).
Ένα χρόνο μετά από αυτή την επιτυχία, η Lovich με τον συνεργάτη και σύζυγό της Les Chappell κυκλοφόρησαν το τραγούδι “Lucky Number“, το οποίο έγινε επιτυχία στην Αγγλία κι έτσι την μάθαμε και στην Ελλάδα.
Κάπου εκεί ήταν που συμμετείχε στο “Cha Cha” ενώ αμέσως μετά, κυκλοφόρησε κι ένα single με την Nina Hagen με τίτλο “Don’t Kill The Animals“
Στην σταδιοδρομία της γνώρισε τον Dali, ηχογράφησε ουρλιαχτά για ταινίες τρόμου, πρωταγωνίστησε σε θεατρικά έργα, έκανε τον στρατιώτη σε σόου του Arthur Brown, έπαιξε με τους Hawkwind, είχε ως μπασσίστα τον Thomas Dolby στις συναυλίες της κι έκανε τα φωνητικά στο “Picnic Boy” των Residents.
Γενικότερα, δεν τα κατάφερε κι άσχημα για μια κοπέλα που ξεκίνησε σαν χορεύτρια του χορού της κοιλιάς…
Εδώ λοιπόν, για κλείσιμο, ένα βίντεο από το “Cha Cha” με δύο τραγούδια.
Το “Never Be Clever” με τον Brood και τους Wild Romance αλλά και το “I love you like I love myself” με τον Brood, την Hagen και την Lovich.
As you might already know by now, Kostas Karamitroudis (Ελληνικά: Κώστας Καραμητρούδης) aka Gus G. replaced guitar player Zakk Wylde in Ozzy Osbourne’s band. That’s cool. Gus has his own band called Firewind (released so far 3 singles, 5 studio albums and one live album) but he also played in the bands Mystic Prophecy, Nightrage, Arch Enemy [...] […]